Η λέξη δόγμα απαντάται σε διάφορα πεδία όπως την (Μητσόπουλος, 2001, σ 15):
> πολιτική [σημαίνει: απόφαση, διαταγή, νόμος]
> φιλοσοφία [σημαίνει: γνώμη, θεμελιώδης αρχή]
> μαθηματικά [σημαίνει: αξίωμα]
> ηθική [σημαίνει: εντολή, αυθεντική απόφανση]
> θρησκεία [σημαίνει: θεμελιώδης αρχή θρησκεύματος ανεπίδεκτη αμφισβητήσεως από τους οπαδούς του].
Ο όρος δόγμα σύμφωνα με το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής (2003, σ 338) σημαίνει:
> θεμελιώδης αρχή που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή σε κριτική και που γίνεται υποχρεωτικά δεκτή
> (θεολ.) οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες στις οποίες στηρίζεται η πίστη
> (ειδικότ.) καθένα από τα άρθρα της χριστιανικής διδασκαλίας, όπως διατυπώθηκαν στις οικουμενικές συνόδους.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η αλήθεια συνδέεται με τα δόγματα της Εκκλησίας (Παπαδόπουλος, 1994, σ 20).
Βιβλιογραφικές αναφορές
Λεξικό της κοινής νεοελληνικής. (2003) (4η ανατύπωση). Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.
Μητσόπουλος, Ν. Ε. (2001). Θέματα Ορθοδόξου δογματικής θεολογίας : πανεπιστημιακαί παραδόσεις δογματικής. Αθήναι.
Παπαδόπουλος, Α. Μ. (1994). Θέματα ιστορίας δογμάτων. Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.